Πορεία Δυτικά

Written on 01 Nov 2016 by  / Published in Blog



Από τον Άγγελο Χριστοφίδη

Είναι τελικά μόνιμο σύμπτωμα της «νόσου των ταξιδιών». Δεν προλαβαίνεις καλά-καλά να πατήσεις στεριά, να βγάλεις τ’ αλάτια από πάνω σου, να αναπαύσεις σκαρί και σαρκίο και το μυαλό έχει ήδη ξεδιπλώσει τους χάρτες, ψάχνοντας για τον επόμενο προορισμό. Επιστρέφοντας στο αφόρητα πληκτικό και μονότονο τοπίο της ζωής στην πόλη, ειδικά μετά από μια μεγάλη αποστολή, κάθε άλλο παρά σου δημιουργείται η ανάγκη να στεριώσεις, όσο κι αν μπορεί να έχεις δοκιμαστεί και καταπονηθεί πρωτύτερα στο νερό.

 

 

Η λύση ανάμεσα στην ανάγκη για ξεκούραση αλλά και στην επιθυμία για άμεση επιστροφή στην αγκαλιά της θάλασσας, πέρα από τη ρουτίνα των προπονήσεων, είναι πάντα ένα μικρό ταξίδι λίγων ημερών, χωρίς χρονική πίεση. Συμφωνήσαμε, λοιπόν, με τον έτερο Άγγελο, πριν μας αφήσει για τα καλά το φθινόπωρο, να επιχειρήσουμε τον περίπλου της Λευκάδας, με την οποία είχαμε, άλλωστε, ήδη στενή σχέση από παλιά και την ξέραμε καλά. Όλη η απόσταση θα έβγαινε μαζί με ένα πέρασμα από το Μεγανήσι γύρω στα 60 μίλια σύνολο, ιδανικά για τις 4 μέρες που είχαμε διαθέσιμες, οπότε ο κύβος ερρίφθη. 

Τα νερά του κάθε τόπου έχουν τον δικό τους ξεχωριστό χαρακτήρα. Το Ιόνιο έχει τη φήμη της εύκολης, μαλακής θάλασσας, πράγμα που μπορεί να αληθεύει για τις υπήνεμες, ανατολικές ακτές των νησιών που μας προφυλάσσουν από το Μαΐστρο, όμως τελικά δεν πρέπει να υποτιμάς καμία θάλασσα, όσο ήρεμη ή φιλόξενη κι αν την νομίζεις. Όπως συνέβη με το μανιακό μπουρίνι στον μικρό κόλπο του Βλυχού, λίγες μόλις μέρες πριν φτάσουμε στο νησί. Η θάλασσα ταράχτηκε τόσο άγρια, που δυστυχώς, ανάμεσα στα άλλα, πνίγηκε κι ένας άνθρωπος, ενώ με φόντο τα ρημαγμένα σκάφη οι κάτοικοι έλεγαν και ξανάλεγαν ότι δεν έχουν ξαναδεί ποτέ τίποτα παρόμοιο όσο ζουν εκεί. Αν λοιπόν συνέβη αυτό στα νερά ενός τόσο κλειστού κόλπου που μοιάζει με λίμνη, τότε όλα μπορούν να συμβούν οπουδήποτε.

Φορτώσαμε τα σκάφη στ’ αμάξι και φτάσαμε στη Νικιάνα μεσάνυχτα. Το επόμενο πρωί τα καθελκύσαμε στο μικρό ντόκο, ανάμεσα στις ψαρόβαρκες, στριμωχτήκαμε στα κόκπιτ, ασφαλίσαμε ποδιές και τραβήξαμε την πρώτη κουπιά. Με το καγιάκ γίνεσαι ένα. Η αίσθηση είναι σαν να βρίσκεσαι περισσότερο μέσα στο νερό και λιγότερο στην επιφάνεια ενώ όσο εξοικειώνεσαι μαζί του, τόσο το νιώθεις σαν μια απόλυτα φυσιολογική προέκταση του σώματός σου. Αυτή η λιτή κατασκευή με την τεράστια ναυπηγική και ναυτική ιστορία αποτελεί ένα από τα ικανότερα πλωτά του πλανήτη, έχοντας δείξει την αξία του σε μερικές από τις δυσκολότερες θάλασσες του κόσμου και θα έλεγα ότι είναι σχετικά παράδοξο που παραμένει σχεδόν τελείως άγνωστο στη χώρα μας με τις ζεστές θάλασσες, τα χιλιάδες νησιά και τις μικρές αποστάσεις μεταξύ τους. Είναι ωραίο πράγμα και η ησυχία της υπόθεσης ή μάλλον ότι ακούς μόνο τους ήχους της φύσης, αν και σε ορισμένους αμετανόητους μπορεί να λείψει η μουσική μιας αγριεμένης εξωλέμβιας. Αυτά και διάφορα άλλα σκεφτόμουν καθώς κωπηλατούσαμε ήρεμα λίγο έξω από το Νυδρί, ανάμεσα στα Πριγκιποννήσια, το σύμπλεγμα των μικρών, καταπράσινων νησιών έξω από τον κόλπο. Στον Σκορπιό είναι σαν έχει παγώσει ο χρόνος για όλα, εκτός απ’ τους ανθρώπους. Τα σπίτια,  οι αυλές, τα σκάφη στο χερσαίο ρεμέτζο τους, το λιμάνι, όλα διατηρημένα στην εντέλεια, μοιάζουν σαν να ειρωνεύονται με την αγέρωχη παρουσία τους το φευγαλέο της ανθρώπινης ύπαρξης. Βγήκαμε έξω στη μικρή παραλία που επιτρέπεται η προσγειάλωση, βουτήξαμε στα ζεστά ακόμα νερά του όρμου, πιάσαμε κουβέντα με έναν Νυδριώτη ψαρά που είχε έρθει με την κόρη του, μοιραστήκαμε το φαγητό μας και μετά από κάμποση ώρα ξαναμπήκαμε στα σκάφη, για Νυδρί. 

Το παρεξηγημένο Νυδρί παραμένει βέβαια τουριστικό στην από μέσα μεριά του με τα μαγαζιά, αλλά σε αποζημιώνει με τον όμορφο, άπλετο ντόκο του και με την θέα προς τα νησάκια, ειδικά το βράδυ, με το φωτισμένο σπίτι του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη στη Μαδουρή να μοιάζει σαν να επιπλέει μονάχο του πάνω στο νερό. Καθώς σκοτεινιάζει πιάνουμε τέρμα παραλία, στήνουμε τα σκηνάκια και την πέφτουμε στα φουσκωτά στρώματα. 

Την επομένη, ύστερα από μια μικρή βόλτα στο Μεγανήσι, βγάλαμε πορεία για Βασιλική. Με τη στροφή στη νότια πλευρά του νησιού η θάλασσα μελανιάζει. Αέρα πολύ δεν έχει, αλλά όσο έχει μας χτυπάει στη μάσκα και μας βγάζει απ’ τη ρότα. Ο SΤΟΒ UZZOMU, το πιστό μου σκαρί, ανοίγει δρόμο με το ρόκερ και την κοφτερή του πλώρη, δίνοντάς μου παντού απίθανο αίσθημα σιγουριάς ενώ κι ο Άγγελος με το κίτρινο προχωράει ακάθεκτος. Τον όρμο της Βασιλικής τον φοβόμουν λίγο με τις διαβόητες σπιλιάδες που κατεβάζει αλλά έχοντας ήδη πάρει πρόγνωση από τη μετεωρολόγο μας, Χρυσούλα Πέτρου, λόγος ιδιαίτερης ανησυχίας δεν υπήρχε. Πράγματι, μπαίνοντας στον όρμο, τα πράγματα ήταν ήρεμα και μόνο το κρύο είχε αρχίσει να δυναμώνει, δείγμα ότι μπαίναμε βαθιά μέσα στο φθινόπωρο. Μερικές αχτίδες έσκιζαν κάπου-κάπου τα  μαύρα, πυκνά σύννεφα, σχηματίζοντας μικρές νησίδες φωτός πάνω στο νερό.

Ωραία τα ισοτονικά, οι κονσέρβες, τα παξιμάδια και οι μπανάνες, αλλά πιάνοντας Βασιλική είχε έρθει η ώρα του κανονικού φαγητού. Αυτή ακριβώς η στιγμή που η γλυκιά κούραση χαλαρώνει το κορμί και το μάτι χορταίνει τη θέα της θάλασσας, με τα σκάφη ασφαλισμένα στην παραλία, και το ζεστό φαγητό στο πιάτο, μεγεθύνεται σε αίσθηση γαλήνιας πληρότητας, αναλογικά με το πόσο πάλεψες μέσα νωρίτερα. Όσο περισσότερο το ξύλο μέσα, τόσο μεγαλύτερη η γαλήνη έξω, αν όλα έχουν πάει καλά.

Το επόμενο πρωί είχε έγερση ξημερώματα, γιατί θα είχαμε μπροστά μας πάνω από 20-22 μίλια και η δυτική Κόστα ακόμα και στις καλές της, δεν αστειεύεται. Με αυτή την ακτή του νησιού, πάνω στην οποία σκάει όλη η Αδριατική, είχαμε από παλιά λογαριασμούς και οι δύο. Ο Άγγελος σε επιχειρησιακή αποστολή με το υπηρεσιακό 60άρι Ν/Γ, όρτσα σε 11 μποφώρ, το πλήρωμα σε παράκρουση και το θηρίο των 1700 ίππων να αγκομαχά με 3 κόμβους έξω από τη Σέσουλα, εγώ σε διακοπές κολυμπώντας, με το Μαϊστράλι να έρχεται φορτωμένο στην παράκτια ζώνη του Καθίσματος και δυο μεγάλα αλλεπάλληλα κύματα να με καταπίνουν, φέρνοντάς με μια ανάσα από τον πνιγμό. Από τότε ο σεβασμός και των δυο μας για την δυτική Κόστα έγινε φόβος και δέος. Η Χρυσούλα στο τηλέφωνο ήταν καθησυχαστική, «ΒΔ μέχρι 4 θα βρείτε, κατά το μεσημέρι». Με ήρεμο και σταθερό ρυθμό στο κουπί αλλά πάντα σε ετοιμότητα για έξτρα ροπές, στρίψαμε από το νότιο ακρωτήρι για πάνω.

Κρατώντας πορεία μεταξύ 30 και 90 μοιρών, με τις στενόμακρες γάστρες εκτοπίσματος να ρέουν αρμονικά ανάμεσα από τους χαμηλούς λόφους της ρεστίας, παρατηρούμε τη στεριά. Είναι, ίσως, η πιο όμορφη, η πιο άγρια, η πιο ζωντανή ακτή της Ελλάδας. Πλέουμε παράλληλα, σε κλειστό σχηματισμό, ενώ στα 2-3 μίλια ανοιχτά περνάνε τα βαπόρια με πορεία προς νότο, αφήνοντας τεράστια απλωμένα απόνερα πίσω τους. Λίγο πριν τη Σέσουλα, αποφασίζουμε να βγούμε για ανεφοδιασμό. Ο Μαΐστρος έχει ανεβάσει ένταση και στην παράκτια ζώνη θέλει προσοχή, καθώς το διπλάρωμα παραμονεύει αν χάσεις στηρίξεις και το σκάφος έρθει με την μπάντα στο κύμα. Με γρήγορες, αποφασιστικές κινήσεις βγαίνουμε παραλία, γεμίζουμε καύσιμο και μετά από λίγη ώρα ξανά μέσα. Κατά το απόγευμα φτάνουμε Κάθισμα. Η πείνα έχει χτυπήσει κόκκινα και έχω αρχίσει ήδη τις προσευχές να είναι ανοιχτή η γνωστή πιτσαρία με την χειρότερη πίτσα του πλανήτη. Βγάζουμε έξω τα σκάφη, οι γάστρες σφηνώνουν στην άμμο και παρά την κούραση αρχίζω να τρέχω αναζητώντας το ξακουστό ζυμάρι με το λιωμένο, μπαγιάτικο τυρί. Είναι ανοιχτά! Και σαν από θαύμα, λίγα μόλις λεπτά μετά, η διάσημη σπεσιαλιτέ του Καθίσματος είναι στο πιάτο μας, πάντα με το τυρί να χύνεται απέξω σαν καυτή λάβα. Αυτές είναι νοστιμιές. Αρκεί να πεθαίνεις της πείνας. Ο ήλιος σβήνει στο νερό, σκοτάδι, λίγο βραδινό περπάτημα, ένας χαιρετισμός με κάποιους ξένους τουρίστες που έχουν σταθμεύσει λίγο παραπέρα με τα αυτοκινούμενά τους και μέσα για ύπνο. Όλη τη νύχτα το κύμα ξεδιπλώνεται με τέτοια ένταση, που έχεις την αίσθηση ότι θα φτάσει μέχρι τις σκηνές και θα σε πάρει μέσα. 

Τελευταία μέρα στο νησί. Λίγα μίλια ακόμα βόρεια και σύντομα βρισκόμαστε κάτω από την Π/Γ Santa Maura. Δένουμε για λίγο στον ντόκο της πόλης, δίπλα στα ψαροκάικα και βγαίνουμε για φαγητό και καφέ. Μετά από λίγο, ξανά μέσα, λίγα μίλια ακόμη και τερματισμός στο σημείο εκκίνησης, στη Νικιάνα. Ο κύκλος ολοκληρώνεται, το ταξίδι τελειώνει. Πάντα με το ίδιο αλλόκοτο μίγμα χαράς και μελαγχολίας. Χαράς που ολοκληρώθηκε με επιτυχία, μελαγχολίας που πέρασε για πάντα στον νοερό κόσμο των αναμνήσεων. Μόνη γιατρειά η προσμονή του επόμενου ταξιδιού. Λευκάδα, τα ξαναλέμε.

Published in Blog
JoomShaper